Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΝΟΜΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΑΣ ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ


Ιατρος Αντωνιου Δημητριος

Νόμος: Mεταφυσική, εξωνοητική οντότητα, η γέννημα του ανθρωπίνου Νού?- Ουμανισμός 

Σε περιόδους απελπισίας, απώλειας ελπίδας, δύναμης, κουράγιου και στόχων, σε περιόδους υπαρξιακής κρίσης, ο καθένας μας γυρίζουμε πάντα στην «Μάνα» μας, αδιακρίτως και ισότιμα, είτε στην μάνα που μας γέννησε, είτε στα χώματα που γεννηθήκαμε. Έτσι κι εμείς, οι Έλληνες της προδομένης, ηττημένης και ατιμασμένης Ελλάδας του 2011, γυρίζουμε και πάλι στην Μάνα μας, σε αυτήν την Πηγή των Παγκοσμίων Ιδεών, στην Αρχαία Ελλάδα και ιδιαίτερα στην Ελλάδα του Ουμανισμού, όπως αυτός εκφράστηκε στο ελεύθερο πνεύμα των Σοφιστών.
Ο Ουμανισμός των, που αποτέλεσε το θεμέλειο της σύγχρονης φιλοσοφικής και πολιτικής σκέψης, μετά την Αυθεντία της Αριστοτελικής Λογικοκρατίας του Διαφωτισμού και που οδήγησε στην κατάρρευση όλων των μορφών τυραννικών πολιτικών Ιδεολογιών και Καθεστώτων του 20ου αι., εδράζεται σε δύο συναφείς αρχές: α) θέτει το άνθρωπο στο κέντρο του ενδιαφέροντος και μελέτης της ανθρώπινης σκέψης και μέριμνας και β) θεωρεί τον ανθρώπινο Νού και μάλιστα τον υποκειμενικό, ατομικό Νού, ως την πηγή όλων των Ιδεών και αξιών του Σύμπαντος. Ο άνθρωπος του Ουμανισμού είναι Αξιοθέτης και Πηγή όλων των αξιών-υλικών και θεωρητικών-αφηρημένων, στον Σύμπαν. Υφίσταται άραγε η αξία του χρυσού και υπάρχει η ηθική χωρίς τον άνθρωπο στο Σύμπαν? Και αν ναι, ποία η αξία των χωρίς αυτόν? Ποίος ο σκοπός και η αξία της ύπαρξής των? Πόσο ανάγκη έχει αλήθεια κι ο Θεός τον άνθρωπο, για να μαρτυρήσει την Ύπαρξή του και τις Θεικές του ιδιότητες! Τι αξία θα είχε άλλωστε η Παναγαθία και Ανείπωτη Αγάπη του Θεού χωρίς τον άνθρωπο ως δέκτη των? Ο Άνθρωπος συνεπώς –στον ουμανισμό- είναι ο Πλάστης ενός Σύμπαντος Αξιών, ήτοι ενός Σύμπαντος με νόημα. Ο Άνθρωπος είναι ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ και ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ του Σύμπαντος, ως ο μόνος Αξιοθέτης και Νοηματοδότης του και συμβολικά και πραγματικά.
Ως τέτοιος, ο άνθρωπος Αξιοθέτης και Εξουσιαστής του Σύμπαντος, υποστασιοποιεί την ανθρωπόμορφη υλική έκφανση ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. O άνθρωπος ως απόλυτος κυρίαρχος, εξουσιαστής και «Πλάστης» του Σύμπαντος των Αξιών είναι το μόνο Ελεύθερο όν στον Κόσμο. Η Ελευθερία δεν είναι μια εξωγενής, δευτερογενής ιδιότητα του ανθρώπου, αλλά η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ. Χωρίς την εγγενή του ουσία της Ελευθερίας, η έννοια Άνθρωπος είναι κενή νοήματος. Ο άνθρωπος και ως μέλος ενός κράτους ο Πολίτης, είναι κυρίαρχος των πάντων και προπάντων επί κάθε παλαιάς Πλατωνικής και Αριστοτελικής Αυθεντίας (Ιδέας και Μορφής αντίστοιχα). Ο Πολίτης είναι ως εκ τούτου, κυρίαρχος και εξουσιαστής και του Νόμου (ηθικού, θρησκευτικού, πολιτικού, επιστημονικού), ο οποίος είναι δικό του δημιούργημα και υπόκειται στην απόλυτα εξουσία του πρώτου κι όχι το αντίστροφο, όπως πρέσβευαν οι Ιδεοκράτες Πλάτων, Αριστοτέλης και οι μεγάλοι εισηγητές των διαφόρων θρησκειών, οι οποίοι δίδασκαν ότι ο Νόμος (η Ιδέα, ή η Ιδέα όλων των Ιδεών ήτοι η Αλήθεια, το Δίκαιο, Φυσικό, Νομικό και Ηθικό) είναι μία, αντικειμενική, αιώνια αμετάβλητη μεταφυσική οντότητα, δηλαδή δόγμα. Για τους Ιδεοκράτες ο Νόμος (Αλήθεια,) είναι μια οντότητα που υπάρχει στο Σύμπαν (υλικόκαι νοητό-θεωρητικό) ανεξάρτητητα από τον Νού του Ανθρώπου. Για του Ουμανιστή, ο Νόμος (η Αλήθεια, το Δίκαιο, Φυσικό, Νομικό και Ηθικό) είναι αποκλειστικά γέννημα του Ανθρωπίνου Νού και οντολογικά (ως ύπαρξη) αλλά και ως προς το περιεχόμενό του. Για τον Ουμανιστή ο Νόμος είναι ένα Ιστορικό στοιχείο, γέννημα αλλά και νεννήτωρ της Ανθρώπινης Ιστορίας. Για τον Ουμανιστή η ύπαρξη αλλά και το περιεχόμενο του Νόμου (Αλήθειας) είναι ανθρωπο-, κοινωνικο-, χρονο- και τοπο-εξαρτώμενες κι όχι ανεξάρτητες του ανθρώπου, αιώνιες και αμετάβλητες στον χρόνο και τόπο.
Για τον Ουμανιστή ο Νόμος (Αλήθεια) είναι σχετικος, ατομικός και υποκειμενικός. Στη φιλοσοφία της Επιστήμης, αυτό επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη και ισχύ αντιφατικών θεωριών, οι οποίες όμως όλες εξηγούν τον φυσικό κόσμο πλήρως και αρμονικά (Νευτώνεια-Γενική Σχετικότητα vs Κβαντική Θεωρίας). Κοινό σημείο όλων αυτών των θεωριών και προυπόθεση της εγκυρότητάς των (της πλουραλιστικής αλήθειας των), είναι η αρμονική (coherent) εξήγηση όλου του Κόσμου από την καθεμιά των (constructivismbyTh. Kuhn).
Κατά τον Ουμανισμό, ο άνθρωπος εξουσιάζει τον Νόμο και όχι το αντίθετο. Ο Νόμος είναι ένα εκούσιο, ελεύθερο και αύταρκες δημιούργημα του ανθρώπου, το οποίο είναι υποκειμενικό και σχετικό, με την έννοια ότι ισχύει και είναι δίκαιος πάντα σε σχέση με την κοινωνία, τον χρόνο και τον τόπο που παράγεται και ισχύει, δηλαδή σε σχέση με τις ισχύουσες την συγκεκριμένη στιγμή κοινωνικές, εθνικές και διεθνείς, συνθήκες και σχέσεις.
Η κυριαρχία και εξουσία του πολίτη πάνω στον νόμο, οι οποίες υλοποιούνται με την αναφαίρετη δυνατότητα που έχει ο πρώτος να αλλάζει ή να καταργεί τους νόμους, καταλύει και την εσφαλμένη γνώμη ότι οι νόμοι περιορίζουν την ελευθερία μας.
Άλλωστε, ακόμα και ο «περιορισμός αυτός της ελευθερίας μας» –με την προηγούμενη επιφύλαξη του όρου- είναι άστοχος, με την έννοια ότι ο «περιορισμός» αυτός είναι εκούσιος και δεν επιβάλλεται έξωθεν στον πολίτη.
Πολίτης, ή άτομα? Ποίο είναι το υποκείμενο του Ουμανισμού?
Σίγουρα στο φιλοσοφικό πλαίσιο το υποκείμενο του Ουμανισμού είναι το άτομο (individual). Στο πολιτικό όμως πλαίσιο το υποκείμενο του Ουμανισμού είναι και το άτομο (individual) και τα ατομικά του δικαιώματα, αλλά και ο πολίτης (citizen) και τα πολιτικά του δικαιώματα. Ιδανικά οι δύο αυτές ιδιότητες του καθενός θα πρέπει να είναι ισάξιες και ισότιμες αξίες για το πολίτευμα της κάθε χώρας, αλλά αυτό πρακτικά σπάνια συμβαίνει, διότι ένα εξ αυτών υπερέχει του άλλου σύμφωνα με το ισχύον εκάστοτε πολιτικό σύστημα (Σύνταγμα) της χώρας, το οποίο καθορίζει φυσικά και το αντίστοιχο νομικό πλαίσιο. Έτσι στην αρχαία Αθηναική Δημοκρατία, η ιδιότητα του πολίτη υπερίσχυε έναντι αυτή του ατόμου. Συνεπώς, για τον αρχαίο Αθηναίο πολίτη η έννοια της ελευθερίας ταυτιζόταν με τις πολιτικές του ελευθερίες και την έννοια της ισότητας των πολιτικών ελευθεριών για όλους, ενώ επιτρέπονταν οι νόμιμα και ηθικά κατακτώμενες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες κατά την αξία κι όχι κατά την καταγωγή (Οικονομικός Φιλελευθερισμός) (economic liberalism-individualism). Έτσι η έννοια Πολιτικός Φιλελευθερισμός (political liberalism) στην Αρχαία Αθήνα ταυτίζονταν με τον σεβασμό και την ισότητα των πολιτικών ελευθεριών του πολίτη, για ην εξασφάλιση των οποίων ο αρχαίος Έλληνας πολίτης πρόθυμα θυσίαζε τις ατομικές του ελευθερίες για την κοινότητα και κοινωνία. Η αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν καπιταλιστική αλλά και (πολιτικά) κοινωνική (political communitarianism). Αντίθετα, στην σύγχρονη δημοκρατία, η αξία του ατόμου και των ατομικών του δικαιωμάτων υπερισχύουν αυτής των πολιτικών του ελευθεριών και δικαιωμάτων κι έτσι η έννοια Πολιτικός, στην ουσία Ατομικός Φιλελευθερισμός (political liberalism-individualism) ταυτίζεται με την έννοια του ατομικισμού και του απόλυτου σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων και της ιδιωτικής ζωής του ατόμου. Ο σύγχρονος πολίτης είναι έτοιμος να θυσιάσει μέρος των πολιτικών του δικαιωμάτων (υπέρ των κυβερνώντων) για περισσότερα ατομικά δικαιώματα και υλικό «ευ ζήν», όπως αυτός εννοεί το τελευταίο.
Η αρχή όμως της ισότητας των πολιτικών δικαιωμάτων μεταξύ των πολιτών ισχύει ανόθευτη κι εδώ. H σύγχρονη αυτή έννοια του Aτομικού Φιλελευθερισμού (political liberalism-individualism) υλοποιείται και στον σύγχρονο Οικονομικό Φιλελευθερισμό (economic liberalism-individualism) και στην οικονομικό πρόγραμμα της Σοσιαλδημοκρατίας (economic socialdemocracy-communitarianism) (*) Η ακούσια παραχώρηση από τον σύγρχονο πολίτη μέρους των πολιτικών του δικαιωμάτων στους κυβερνώντες ενισχύεται και παρωτρύνεται τις περισσότερες φορές έντεχνα και προπαγανδιστικά και από τους κυβερνώντες για να ενισχύσουν και διευκολύνουν την άσκηση της πολιτικής των εξουσίας επί των πολιτών. Bέβαια, στην σύγχρονη εποχή, υπάρχουν και πολιτεύματα τα οποία έχουν έντονα τον κοινωνικό χαρακτήρα (communitarianism), από τον γνήσιο (Αστικό) σοσιαλισμό (socialism: political and economic communitarianism) μέχρι τον κουμμουνισμό (communism), στον οποίο η έννοια της ελευθερίας (και της δημοκρατίας) έχει έναν ιδιότυπο περιεχόμενο, νοoυμένης ως «ισότητας κατοχής των μέσων παραγωγής» κι όχι ως δικαίωμα στην ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί φυσικά και η απόρριψη της ατομικής ιδιοκτησίας στα πλαίσια του κουμμουνισμού. Τέλος, ο Φασισμός- Ναζισμός -εκτός των ιδιότυπων οικονομικών, κοινωνικών και φυλετικών (Ναζισμός) ρατσιστικών των ιδεολογιών, θυσιάζουν τα πολιτικά δικαιώματα των υπηκκόων των στον Εθνικισμό και στην μιλιταριστική δύναμη κι επέκταση των κρατών των. O κουμμουνισμός και Φασισμός-Ναζισμός δεν κατατάσσονται στα Αστικά Πολιτεύματα.
Συνεπώς ο δίκαιο νόμος είναι έννοια σχετική, εξαρτώμενη από το ισχύον πολιτικό σύστημα, με συνέπεια άλλοτε να αξιώνεται με την αξία αυτή ο νόμος που προστατεύει περισσότερο τον πολίτη και τις πολιτικές του ελευθερίες και άλλοτε το άτομο και τις ατομικές του ελευθερίες. Γι αυτό στην συνέχεια ο αναγνώστης πρέπει πάντα να κρατά στον νού του της σχετικότητας της έννοιας του «δίκαιου νόμου» κατά την συνεχόμενη χρήση του όρου αυτού. Στην μελέτη μας αυτή, η έννοια του δίκαιου νόμου, θα περιοριστεί στα Αστικά Δημοκρατικά πολιτεύματα, ήτοι εκτός του Κομμουνισμού και Φασισμού.
(*) Πως όμως μπορεί να συνδυαστεί στην Σοσιαλδημοκρατία ο Ατομικός Φιλελευθερισμός (political liberalism-individualism) με την Οικονομική Κοινωνική Πολιτική (economic socialdemocracy-communitarianism)? Δεν συνιστά μια αντίφαση η συνύπαρξη των δύο αυτών πολιτικών? Η ηθική και πολλές φορές και η νομική (εκ του νόμου) αναδιανομή του εισοδήματος των πλουσίων υπέρ των αδυνάτων και φτωχών δεν συνιστά και περιορισμό της ατομικής ελευθερίας των πρώτων? Εκ πρώτης όψης ναι, αλλά στην ουσία όχι. Και τούτο διότι η υπέρμετρη οικονομική ανισότητα επιφέρει ανισότητα στα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα υπέρ των πλουσίων, με αποτέλεσμα την νόθευση της πολιτικής ισότητας και της αρχής των ίσων ευκαιριών για όλους, η οποία συνιστά το σημαντικότερο ατομικό δικαίωμα του ατόμου. Συνεπώς η διασφάλιση της αρχής αυτής συνιστά το μέτρο της αναδιανομής του πλούτου και των ορίων των ατομικών ελευθεριών των ατόμων (John Rawls).
Η Νομιμότητα ανυπακοής και παράβασης των Νόμων
Για να τεκμηριώσουμε την νομιμότητα του δικαιώματός μας ανυπακοής (παράβασης) ορισμένων νόμων, πρέπει να απαντήσουμε πειστικά σε δύο ερωτήσεις:
Α) Στην «μεταερώτηση»: Έχουμε κατ` αρχήν το δικαίωμα αμφισβήτησης και νόμιμης ανυπακοής (παράβασης) των νομίμως ψηφισθέντων νόμων?
Β) Και εάν η απάντση στο πρώτο αυτό ερώτημα είναι «Ναι» ποίοι είναι αυτοί οι νόμοι που νόμιμα μπορούμε νόμιμα να μην-υακούομε (παραβιάσουμε)?
Οι απαντήσεις είναι ως εξής:
Α) Νόμος: Κοινωνικό Συμβόλαιο (Hobbes, Locke) ή Ηθική Υποχρέωση (Rousseau)?
Για να απαντήσουμε στην πρώτη αυτή «μεταερώτηση» πρέπει να πούμε μερικά λόγια για το Κοινωνικό Συμβόλαιο.
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο των Thomas Hobbes (1588-1679) & Jοhn Locke (1632-1704)
Tο Κοινωνικό Συμβόλαιο είναι μια θεωρητική-συμβολική συνθήκη (δικαιοπραξία) μεταξύ των πολιτών και κυρίως μεταξύ των τελευταίων και του κράτους, με τους όρους του οποίου (Σύνταγμα και Νόμους) παραχωρούνται στο τελευταίο μέρος των εξουσιών, δικαιωμάτων και της ελευθερίας των πολιτιών με σκοπό την διασφάλισή των από τις αυθαιρεσίες μιας ασύντακτης κοινωνίας. Το κράτος εντέλεται και εξουσιοδοτείται δια των παρεχομένωην εκουσίων υπό των πολιτών σε αυτό εξουσιών, να προστατεύει τα νόμιμα συμφέροντα και δικαιώματά του προς χάριν του συνόλου (στον Hobbes), ή του ατόμου (στον Locke) και όχι για την προάσπιση, διασφάλιση και διαιώνιση των εξουσιών των εκπροσώπων του (κυβέρνηση, βουλή). Συγκεκιρμένα με το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Hobbes η τήρηση των όρων του συμβολαίοα (Νόμων) είναι υποχρέωση των συμαβαλλομένων μερών. Το κράτος καθίσταται κυρίαρχο και εξουσιαστικό επί των πολιτών, οι οποίοι παραχωρούν στο πρώτο όλα τα δικαιώματά των και αρκούνται στο να έχουν «τόση ελευθερία ώστε να μην θίγουν την ελευθερία των άλλων και το αντίστροφο». Οι πολίτες δεν δικαιούνται ανυπακοή στους όρους του συμβολαίου (Νόμους) παρά μόνο εάν το κράτος δεν εξασφαλίζει την ειρήνη μεταξύ των, ήτοι την ασφάλεια και την ζωή των, μαζί φυσικά με την ιδιοκτησία των. Διάκριση των εξουσιών δεν προβλέπεται στο συμβόλαιο αυτό, το οποίο προτασσει την απόλυτη μοναρχία ως το ιδανικό πολίτευμα. Το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Locke, είναι αμιγώς φιλελεύθερο και ορίζει ότι η κρατική εξουσία εξαντλείται αποκλειστικά στην διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών κι ιδιαίτερα των τριών σπουδαιοτέρων, ήτοι της ζωής, ελευθερίας και περιουσίας (ιδιοκτησίας). Το Κοινωνικό Συμβόλαιο δεν είναι βέβαια μια συνθήκη υποταγής του πολίτης κα ατόμου σε έναν απόλυτο κυρίαρχο. Οι πολίτες συνεπώς δεν οφειλουν υπακοή στους όρους (Νόμους) του Συμβολαίου αυτού, εάν το κράτος δεν εγγυάται και δεν διασφαλίζει το ελάχιστον τα τρία αυτό ατομικά δικαιώματα. Είναι προφανές ότι τα δύο παραπάνω Κοινωνικά Συμβόλαια, συνετάχθησαν για να νομιμοποιήσουν την κρατική οντότητα και εξουσία. Από τα παραπάνω δύο Κοινωνικά Συμβόλαια ήδη προβάλλουν δύο γενικές κατηγορίες όρων (Νόμων) αυτών, τους οποίους οι πολίες νόμιμα δικαιούνται να μην υπακοόυν (παραβιάζουν) καθώς και τις συνθήκες νομιμιμοποίησης της ανυπακοής των. Υπάρχει όμως και μια τρίτη κατηγορία όρων (Νόμων) των δύο αυτών συμβολαίων που οι πολίτες νομιμοποιούνται να μην υπακούουν. Είναι οι Νόμοι που αποσκοπούν, όχι στο συμφέρον και στην διασφάλιση των δικαιωμάτων του συνόλου, ή του ατόμου (τα οποία είναι ο αποκλειστικός σκοπός των συμβολαίων), αλλά αντίθετα για την καταχρηστική διατήρησης της εξουσίας από τους κυβερνώντες και την εξασφάλιση σε αυτούς ανισοβαρών προνομίων, αλλά και των Νόμων που αποσκοπούν στην κάλυψη των αδυναμιών των κυβερνώντων προς διατήρηση επίσης της εξουσίας των. Η τέταρτη κατηγορία των όρων (Νόμων) που μπορούν οι πολίτες νόμιμα να παραβιάσουν, είναι αυτοί που καταλήγουν στην αυτονόμηση του κράτους από τους πολίτες, δηλαδή όταν αυτοί καθιδρύουν ένα κράτος –και στην εποχή του εθνικισμού από τον 18ο αι. κι εντεύθεν- το οποίο ταυτίζεται με την έννοια του έθνους, το οποίο αποκτά την έννοια του αυτόνομουν όντος, με αυθύπαρκτη αξία και προτεραιότητα, ανεξάρτηση και ξένη προς αυτή του πολίτη. Στην αντίληψη αυτή το κράτος-έθνος δεν ταυτίζεται και δεν νοείται απλώς ως το σύνολο των πολιτών, αλλά κάτι παραπάνω από το άθροισμα των μελών του. Έτσι, Νόμοι, που προστατεύουν κατά προτεραιότητα και εις βάρος των ατόμων-πολιτών το «εθνικό-δημόσιο» συμφέρον, είναι –κατ` αρχήν – νόμιμα απορριπτέοι, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Τα δύο παραπάνω όμως Κοινωνικά Συμβόλαια, απορρίπτοντα από τον Jea Jacque Rousseau (1712-1778), βασικά λόγω της αποδοχής των ενός εξουσιαστικού κράτους. Ο Rousseau προτείνει ένα σύστημα κοινωνικής συνθήκης με την μορφή Νόμων (όρων) συναπτομένων αποκλειστικά μεταξύ των πολιτών, με την οποία (συνθήκη) ιδρύεται η «κοινωνίας των πολιτών», η βάση και ουσία της Πολιτείας (στην θέση του κράτους των προηγουμένων δύο κοινωνικών συμβολαίων). Η «κοινωνία των πολιτών» συνίσταται από την ηθική αυτοδέσμευση μεταξύ των πολιτών για αμοιβαίο σεβασμό της ελευθερίας όλων. Το σπουδιαότερο αγαθό και αξία της Πολιτείας είναι η ελευθερία των πολιτών. Η ατομική ιδιοκτησία απβάλλεται από το σύστημα αξιών της Πολιτείας, καθόσον θεωρείται ως μέσον εκμαυλισμού και εκφύλισης της καλής και αγαθής ουσίας του ανθρώπου. Η κυβέρνηση στην Πολιτεία του Rousseau αποκλείεται από την «κοινωνία των πολιτών», διότι η πρώτη δεν συνιστά αυτοτελές και αυτόνομη εξουσιαστική οντότητα, αλλά αποτελείται απλά από υπαλλήλους του λαού που εξυπηρετούν και διαχειρίζονται τις υποθέσεις του σύμφωνα με την κυρίαρχη «γενική βούλησή» του. Η «γενική βούληση» της «κοινωνίας των πολιτών» του Rousseau ταυτίζεται με το «δέον» γενέσθαι» κι όχι απλά με με τη «γνώμη της πλειοψηφίας» -διότι κι αυτή μπορεί να καταχραστεί προς παράνομο όφελός της την αριθμητική της υπεροχή- αλλά με την γνώμη που θα σχημάτιζαν οι πολίτες αν σκεφτούν τα πράγματα λογικά και ανιδιοτελώς. Η έννοια της «γενικής βούλησής» του Rousseau πλησιάζει πολύ της ιδέας της «πέπλου της αγνοίας» που εισήγαγε ο John Rawls στο έργο του «Α Τheory of Justice, 1972). Tέλος το σύστημα του Rousseau επαγγέλεται την ανατροπή του status qnnn των υφισταμένων δύο πρώτων «συντηρητικών» Κοινωνικών Συμβολαίων. Και από την άποψη αυτή η Πολιτεία του Rousseau δεν νομιμοποιεί την εξουσία (όπως τα πρώτα δύο κοινωνικά συμβόλαια), είναι πράγματι ριζοσπαστική κα επαναστατική κι όχι απλά ρεφορμιστική.
Kι αφού εκθεσαμε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανυπακοή (παράβαση) των νόμων είναι νόμιμες στα πλαίσια των Κοινωνικών Συμβαολαίων των Hobbes και Locke, θα εξετάσουμε τώρα τις νομιμότητα της ανυπακοής των νόμων στα πλαίσια της Πολιτείας του Rousseau, προς την οποία –τουλάχιστον θεωρητικά-συμφωνούν τα πλείστα των σύγχροων συνταγμάτων και υποστηρίζεται και από εμένα.
Μετά τις παραπάνω διευκρινήσεις για τα Κοινωνικά Συμβόλαια των Hobbes, Locke και της Πολιτείας τουRousseau, επανερχόμαστε στην αρχική μας ερώτηση: Νόμος: Κοινωνικό Συμβόλαιο (Hobbes, Locke) ή Ηθική Υποχρέωση (Rousseau)?
Για να απαντήσουμε στην πρώτη «μεταερώτηση» πρέπει να απαντήσουμε στις εξής δύο ερωτήσεις: H υπακοή μας στον Νόμο και στα πλαίσια της Κοινοβουλευτικής-αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο (νομική αόριστη υπόσχεση) ή Ηθική Υποχρέωση του κάθε πολίτη? Η απάντηση έχει μεγάλη σημασία για την νομιμοποίηση της ανυπακοής του.
Η άποψη ότι η ψήφιση των νόμων συνιστά ένα κοινωνικό συμβόλαιο του καθενός μας προς του υπόλοιπους πολίτες και αντίστροφα, αντικρούεται από το γεγονός ότι κανείς νόμος δεν είναι τόσο λεπτομερειακός, συγκεκριμένος και τόσο στενά και αυστηρά δεσμευτικός στην ερμηνεία του από τον δικαστή, όπως όφειλε να είναι ως ένας όρος συμβολαίου. Αντίθετα οι νόμοι –εξ ορισμού- είναι γενικοί, ευέλικτοι κι επιτρέποντες μεγάλα περιθώρια ερμηνείας και προσαρμογής των στην εκάστοτε εκδικαζόμενη υπόθεση, από την υποκειμενική, ελεύθερη κι ανεξάρτητη συνείδηση του δικαστή (την καρδιά και ψυχή του κι όχι του νού του), ο οποίος εκφράζει το λαικό αίσθημα περί δικαίου, την υψίστη αυτή πηγή δικαίου και ο οποίος θα κρίνει κατά συνείδηση ακόμα και τις περιπτώσεις νόμιμης ανυπακοής (παράβασης) των νόμων, κάτι που φυσικά δεν θα μπορούσε να γίνει στην περίπτωση που ο νόμος είχε την έννοια κοινωνικού-νομικού συμβολαίου. Το άρθρο 177 του Ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας –που αποτελεί τον θεμέλειο του Ποινικού μας Δικαίου- αναφέρει: «Οι δικαστές δεν είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν νομικούς κανόνες αποδείξεων, πρέπει όμως να αποφασίζουν κατά την πεποίθησή τους, ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής των και οδηγούμενοι από την απροσωπόληπτη κρίση που προκύπτει από τις συζητήσεις και που αφορά την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων, την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξία των άλλων αποδείξεων».
Άλλωστε, για τον λόγο αυτό διεξάγεται και η ακροαματική διαδικασία στα δικαστήρια, για να εξακριβωθούν ακριβώς οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεπράχθη το έγκλημα (η παραβίαση ή ανυπακοή στον νόμο) και για να διαπιστωθεί εάν αυτό ήταν συγχωρετέο, γεγονός που επιμετρά στην επιβαλλομένη ποινή ή οδηγεί ακόμα και στην αθώωση του κατηγορούμενου. Το γεγονός αυτό, αλλά και το –ήσσονος είναι η αλήθεια- γεγονός ότι οι νόμοι στην κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική δημοκρατίας ψηφίζονται δι αντιπροσώπων κι όχι απευθείας από τον λαό, όπως αντίθετα συμβαίνει στην άμεση δημοκρατία, η υπακοή στους νόμους δεν συνιστά νομική υποχρέωση του κάθε πολίτη προς τους άλλους, αλλά μόνο a priori ηθική υποχρέωση εκάστου πολίτη προς τους λοιπούς συμμορφωμένους προς τους νόμους συμπολίτες του κι αυτό ανεξαρτήτως του, δυσμενούς ή ευμενούς, αποτελέσματος (non-consequentialsm), που συνεπάγεται η υπακοή (ή ανυπακοή) του ενός στον νόμο για τον ίδιο ή το κοινωνικό σύνολο. Η κοινοβουλευτική-αντιπροσωπευτική δημοκρατία εμπεριέχει εγγενώς και την δυνατότητα νόμιμης αμφισβήτησης, ανυπακοής και παράβασης των νόμων που ψηφίζονται από τους αντιπροσώπους του λαού (βουλευτές) κάτω από ορισμένες προυποθέσεις βέβαια. Συνεπώς η υπακοή στους νόμους δεν συνιστά κοινωνικό (νομικό) συμβόλαιο, ή νομική υπόσχεση υπακοής του κάθε πολίτη, παρά μόνο ηθική του υποχρέωση προς του συμπολίτες του, η οποία μπορεί να εκφραστεί ως εξής από τον ανυπάκουο: «Η υποχρέωσή μου για την υπακοή στον νόμο πηγάζει από το a priori ηθικό μου καθήκον έναντι των συμπολιτών μου που υπακούουν στον νόμο και ανεξαρτήτως του δυσμενούς ή ευμενούς αποτελέσματος (non-consequentialism) για όλα τα μέρη κι όχι από (υποχρεωτική) νομική μου υποχρέωση προς αυτούς». «Mια δεύτερη μορφή ηθικής μου υποχρέωσης υπακοής του νόμου πηγάζει από το γεγονός ότι εγώ ωφελούμαι από τους περιορισμούς που οι υπόλοιποι υφίστανται υπακούοντες τους νόμους (consequentialism). Διαφορετικά τους αδικώ, παραβιάζοντας την αρχή της κοινωνικής ισότητας, ανταπόδοσης και αναλογικότητας και τελικά δικαιοσύνης».
Και τώρα ήρθε η σειρά της απάντησης του δευτέρου παραπάνω ερωτήματος: Ποίοι είναι αυτοί οι νόμοι που νόμιμα μπορούμε νόμιμα να μην-υπακούομε (παραβιάσουμε) στα πλαίσιο απάντα της Πολιτείας του Rousseau? Η απάντηση είναι: Οι άδικοι Νόμοι. Και πως ορίζεται ο άδικος νόμος? Η απάντηση δίνεται αμέσως παρακάτω:
Β) To νόμιμο δικαίωμα ανυπακοής των Αδίκων Νόμων. Ορισμός του Αδίκου Νόμου
Από τα προεκτεθένα προκύπτει η παρακάτω γενική αρχή νομιμότητας ανυπακοής του πολίτη στον Νόμο: Ο Άνθρωπος-δημιουργός και εξουσιαστής του νόμου είναι ελεύθερος, έχει το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση, να τον αλλάξει όποτε κρίνει ότι ο νόμος είναι άδικος. Πριν προχωρήσουμε στον ορισμό του άδικου νόμου, είναι αναγκαίο να κάνουμε την διάκριση μεταξύ αδίκου και αντισυνταγματικού νόμου. Ο αντισυνταγματικός είναι πάντα άδικος νόμος, διότι παραβιάζει βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ο άδικος δεν είναι κατ` ανάγκη αντισυνταγματικός (αν και δεν αποκλείεται να είναι και αντισυνταγματικός βέβαια). Στο παρόν άρθρο, εμείς θα επικεντρωθούμε στους άδικους νόμους. Συναφώς προκύπτουν δύο ερωτήματα:
α) Πώς ορίζεται ο άδικος νόμος?, β) Ποιος κρίνει για το άδικο ή δίκαιο ενός νόμου?
γ) Πως όμως ο πολίτης ζητά και επιτυγχάνει την αλλαγή ενός νόμου στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας?
α) Άδικος Νόμος: Σύμφωνα με την Αριστοτελική έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, δίκαιο είναι ο καθένας να λαμβάνει (αξιώματα, υλικές απολαβές, κλπ) ανάλογα με την αξία του εγγενή ή επίκτητη (αριστοκρατία) κι όχι σύμφωνα με την καταγωγή του (κληρονομική ολιγαρχία), ή των πλούτο του (οικονομική ολιγαρχία). Είναι προφανές ότι η έννοια αυτή του κοινωνικού δικαίου- που συνιστά την βάση του κοινωνικού-οικονομικού δικαίου όλου του δυτικού κόσμου- είναι αρκετά «σκληρή», λογικοκρατική, στερουμένη συναισθήματος και επιείκειας. Η τελευταία –κατά τον Αριστοτέλη- είναι αντίθετα ουσιώδες συστατικό τους ποινικού δικαίου, σύμφωνα με το οποίο στην ποινή του ενόχου εκτιμώνται και οι προθέσεις του και οι συγκεκριμένες συνθήκες (αντικειμενικές-εξωτερικές, αλλά και υποκειμενικές-συναισθηματικές του υποκειμένου) διάπραξης του εγκλήματος. Εμείς, στην κοινωνία που προσδοκούμε να ιδρύσουμε, θέλουμε η επιείκεια να είναι συστατικό –όχι μόνο της ποινικής- αλλά στοιχείο και της κοινωνικής δικαιοσύνης, οι οποίες ομού, συνιστούν την ουσία της Πολιτικής.
Με την έννοια αυτή, η δίκαιη κοινωνία και Πολιτική είναι αυτή στην οποία, ο ανήμπορος ή άτυχος πολίτης απολαμβάνει-με την μέριμνα και την παρέμβαση του κράτους-περισσότερα από ότι ο ίδιος προσφέρει, ή αξίζει σύμφωνα με την Αριστοτελική άποψη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η κοινωνική δικαιοσύνη με επιείκεια γίνεται πλέον Πολιτική συνώνυμη της Ηθικής. Συνεπώς, στο παρόν άρθρο ο όρος «δίκαιος νόμος» είναι ο επιεικής νόμος, δηλαδή ο «ηθικός νόμος». Η έννοια του δικαίου πηγάζει από την ηθική συνείδηση του πολίτη και του δικαστή κι όχι από τον επιστημονικό νού και λογική. Η αρχή αυτή είναι και η βάση όλους του ποινικού δικαίου του δυτικού κόσμου. Στο Ελληνικό δίκαιο η αρχή αυτή εκφράζεται, όπως είπα παραπάνω, στο άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Κατ` επέκταση και με μια διασταλτική ερμηνεία των παραπάνω, άδικος είναι ο νόμος η ισχύ και εφαρμογή του οποίου δεν συνάδουν και έρχονται σε καταφανή αντίθεση και αντίφαση με την χαοτική πολυπλοκότητα των ζωογόνων και ζωοφόρων «χυμών» της ίδιας της κοινωνικής ζωής. Άδικος είναι ο νόμος που έρχεται σε σύγκρουση με τις κοινωνικής ανάγκες και το λαικό αίσθημα περί δικαίου.
β) Ποιος κρίνει το άδικο των νόμων? Η απάντηση είναι ότι το άδικο ενός νόμου κρίνεται –παρά περί του αντιθέτου νομιζομένου-από τον λαό, η ψυχή και η καρδιά του οποίου είναι η πηγή του δικαίου και ο οποίος επιπλέον (λαός) υφίσταται τις συνέπειές του αδίκου νόμου κι όχι από τα δικαστήρια, τα οποία απλά ερμηνεύουν, εφαρμόζουν τον νόμο και κρίνουν το άδικο ή δίκαιο των πράξεων, σύμφωνα με τον νόμου (εκτός των περιπτώσεων που τα δικαστήρια κρίνουν την συνταγματικότητα των νόμων).
Το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής:
γ) Πως όμως ο πολίτης ζητά και επιτυγχάνει την αλλαγή ενός νόμου στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας?
Πρώτα, η ανάγκη της ειρηνικής αλλαγής, δηλαδή της αλλαγής ενός νόμου με την αυτονόητα συναινετική υπακοή της βουλής στις επιταγές του κυρίαρχου λαού, καθίσταται εμφανής και συνεπώς αναγκαία, όταν ο νόμος είναι άδικος, με την έννοια του όρου που έδωσα παραπάνω.
Τι γίνεται όμως όταν η βουλή-από λάθος, ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων της, της πληρεξουσιότητάς της και καταχρώμενη της παρεχόμενης σε αυτή από λαό εξουσία της- εκδίδει νόμους προφανώς αδίκους? Στις περιπτώσεις ο πολίτης δικαιούται, αλλά και υποχρεούται, στο όνομα της προάσπισης του βασικού δικαιώματός του για την διαγωγή μιας ζωής τιμημένης κι ελεύθερης μέσα στα πλαίσια ενός κράτους δικαίου,
να αμφισβητεί την εφαρμογή του αδίκου νόμου μέχρι του σημείου της ανυπακοής και παράβασής του. Και στις περιπτώσεις αυτές η ανυπακοή στον νόμος είναι νόμιμη. Τέλος, ποία είναι τα χαρακτηριστικά των αδίκων νόμων που δίκαια χρήζουν αλλαγής, ακόμα και με την μέθοδο της νομίμου ανυπακοής των? (υπενθυμίζω πάντα στα πλαίσια της Πολιτείας του Rousseau).
Άδικοι Νόμοι:
1) Όταν ο συγκεκριμένος νόμος είναι καταφανώς Αντισυνταγματικός και παραβιάζει βασικά και απαραβίαστα ατομικά και πολιτικά ανθρώπινα δικαιώματα και μέχρι να αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια (και το Συνταγματικό δικαστήριο εάν υπάρχει)
2) Στην Αστική Δημοκρατία οι νόμοι ορίζουν το τι δεν πρέπει να κάνει ο πολίτης –για να μην παραβιάσει τα νόμιμα δικαιώματα κι ελευθερίες των λοιπών- κι όχι το τι πρέπει να κάνει. Το τελευταίο είναι ίδιον των απολυταρχικών πολιτευμάτων. Στο πνεύμα αυτό το πρόσφατο νομοσχέδιο για τους δωρητές οργάνων είναι απαράδεκτος και αντισυνταγματικός
3) Ο συγκεκριμένος νόμος που-όπως ήδη είπα παραπάνω- βρίσκεται σε μετωπική σύγκρουση με το ισχύον σύγχρονο αίσθημα περί δικαίου και με τις ισχύουσες κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, για το θέμα στο οποίο ο νόμος αναφέρεται
4) Ο συγκεκριμένος νόμος που είναι ταξικός, ήτοι ο νόμος που ευνοεί άνισα μια τάξη πολιτών, ή την πλειοψηφία και μειοψηφία εις βάρος της άλλης. Το δίκαιο δεν είναι αυτό της πλειοψηφίας, αλλά της «ανθρωπότητας» (minkind). Το δίκαιο είναι το «δέον» γενέσται, όχι αυτό που νομίζει η (πιθανώς και ιδιοτελής) πλειοψηφία (βλ. παραπάτω την «γενική βούληση» του Rousseau, αλλά και παρακάτω στο τέλος της μελέτης)
5) Όταν η ανυπακοή σε συγκεκριμένο νόμο και σε συγκεκριμένες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες, έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερο γενικό κοινωνικό καλό (άμεσα, μεσο- ή μακροπρόθεσμα) από την υπακοή του (utilizarianism-J. Stuart Mills)
6) Όταν η ανυπακοή στον συγκεκριμένο νόμο ενός συγκεκριμένου πολίτη επιφέρει ένα καλό αποτέλεσμα (λιγότερο πόνο και ηθική και υλική βλάβη) σε αυτόν ατομικά και ταυτόχρονα ελάχιστο, ή καθόλου κακό, στους άλλους πολίτες ατομικά, ή ως γενικό σύνολο. Αντίθετα, όταν η υπακοή στον νόμο ενός συγκεκριμένου πολίτη, επιφέρει σε αυτόν ατομικά πολύ μεγαλύτερο κακό, από το κακό που ενδεχόμενα θα προκαλέσει στους άλλους πολίτες, ατομικά, ή συνολικά ως κοινωνία, η ανυπακοή του στον νόμο. Και τέλος, όταν η ανυπακοή στον νόμο προκαλεί καλό σε όλους τους πολίτες στις συγκεκριμένες συνθήκες. Συνεπώς, ο κλασικός «χρυσούς κανών» της έννομης πολιτικής τάξης, σύμφωνα με τον οποίο «τα όρια της νόμιμης ελευθερίας του καθενός είναι τα όρια της ελευθερίας των υπολοίπων πολιτών» και ο οποίος αποτελούσε –και αποτελεί – την βάση του δικαιακού συστήματος του δυτικού φιλελεύθερου δημοκρατικού κόσμου, έχει σχετική μόνο ισχύ στην σύγχρονη μοντέρνα πολιτική σκέψη
7) Υπακούομε σε νόμους, που ταυτόχρονα με τους άλλους πολίτες, δεν βλάπτουν και τον εαυτό μας. Δεν είναι ηθικό (δίκαιο) να βλάπτουμε τον εαυτό μας για το καλό των άλλων. Ο νόμος πρέπει να προστατεύει ισότιμα όλους, και τον εαυτό μας και τους άλλους. Η αρχή αυτή μπορεί να εκφραστεί με την εξής σκέψη του ανυπάκουου πολίτη: «Έχω ηθικό καθήκον να μην υπακούσω στον νόμο αυτόν, αν και έχω μια (νομική) υποχρέωση να μην το κάνω, εάν η υπακοή του μου προξενήσει δυσανάλογο πόνο και βλάβη, απ` ότι τους λοιπούς συμπολίτες μου ατομικά, ή ως σύνολο».
8) Δεν υπακούομε σε νόμους που εμποδίζουν την θεραπεία άλλων ανισοτήτων
9) Αμφισβητούμε την ορθότητα και δεν υπακούμε πάντα στις αποφάσεις των Δικαστηρίων εξ` ορισμού, διότι αυτές είναι οι υποκειμενικές-κι άρα εν δυνάμει και εσφαλμένες-ερμηνείες –ίσως και αδίκων- νόμων από τους δικαστές (Deridda).
10) Όταν η πολιτική εξουσία κωφεύει παράνομα στην δίκαιη απαίτηση του λαού για αλλαγή ενός νόμου που πληροί τις παραπάνω άδικες ιδιότητες
11) Η υλοποίηση όλων των παραπάνω προυποθέτουν το εξής: Την καθιέρωση της σύνθεσης των δικαστηρίων αποκλειστικά από ενόρκους πολίτες, επιλεγμένους δια κληρώσεως.
Κι ας θυμηθούμε και το εξής:
Μartin Luther King: «Συμφωνώ με τον Άγιο Αυγουστίνο ότι «ένας άδικος νόμος δεν είναι καν νόμος» και με τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη, ότι «κάθε νόμος που υψώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα είναι ένα δίκαιος νόμος. Ένας νόμος που καταρρακώνει την ανθρώπινη προσωπικότητα είναι ένας άδικος νόμος».
Σε αυτές τις συνθήκες αδίκων νόμων, ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να τον παραβιάσει ανοιχτά και ερωτικά! και με προθυμία να αποδεχτεί την τιμωρία. Λέω ότι κάθε πολίτης που παραβιάζει τον νόμο που η συνείδησή του λέει ότι είναι άδικος και ο οποίος εκούσια αποδέχεται την τιμωρία δια της προθύμου και χαρούμενης αποδοχής της φυλάκισής του για να ξυπνήσει τις συνειδήσεις των συμπολιτών του για την αδικία, αυτός εκφράζει στην πραγματικότητα τον βαθύ του σεβασμό στον Νόμο».
Συμπέρασμα: Η ανυπακοή και παράβαση άδικων νόμων με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και ιδιαίτερα σε συνθήκες κατάφωρης κατάλυσης του Συντάγματος της Ελλάδας που ζούμε, δεν είναι μόνο νομικά νόμιμη, αλλά συνιστά και μορφή νόμιμου και ηρωικού αντάρτικου εναντίον μιας τυραννικής και κατοχικής κυβέρνησης η οποία- σε συνέργεια με τους ξένους κατακτητές της Τρόικας- έχουν επιβάλει μια βάναυση κατοχή και τυραννία στην χώρα μας, βασανίζοντας τους Έλληνες, διαγράφοντας και απαξιώνοντας την εκλαμπρότατη τρισχιλιετή ιστορία μας για την ελευθερία, την εθνική μας τιμή, αξιοπρέπεια, αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία.
Το Δίκαιο στην «Αποδόμηση» (Deconstruction) των FoucaultDerrida
H θεωρία της «Αποδόμησης» (Deconstruction) των Foucault – Derrida μπορεί να θεωρηθεί ως το διαλεκτικό μέλος της Ιδεοκρατίας των Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Engels κλπ. Και συγγενής με την Σοφιστική φιλοσοσφία και τον Ουμανισμό.
Η Ιδεοκρατία διδάσκει ότι η Ιδέα όλων των Ιδεών, ήτοι η Αλήθεια (η οποία ταυτίζεται με τον Θεό) είναι μια και μοναδική. Συνεπώς για κάθε φυσικό, ή όχι φαινόμενο στο Σύμπαν υπάρχει μόνο μια αντικειμενική –ήτοι εξωνοητική- αλήθεια η οποία ερμηνεύει τον φαινόμενο αυτό. Αντίθετα η Αποδόμηση διδάσκει ότι δεν υπάρχει μια μοναδική και αντικειεμνική αλήθεια (ερμηνεία) για κανένα φαινόμενο, αλλά αντίθετα πολλές και ακόμα αντιφατικές μεταξύ των αλήθειες. Και τούτο διότι η αλήθεια (ερμηνεία) είναι ένα υποκειμενικό του κάθε ανθρώπου γέννημα, εξαρτώμενο από το, ιστορικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, ψυχολογικό και μορφωτικό περιεχόμενο του υποκειμένου. Έτσι π.χ. η ερμηνεία ενός κειμένου είναι πλουραλιστική και τα εξαγώμενα από τον καθένα μας νοήματά του μπορεί να είναι ακόμα κι αντιφατικά παρόλο που ταυτόχρονα είναι λογικά και ορθά!, δεδομένου ότι είναι γεννήματα της μοναδικότητας της προσωπικότητας του καθενός ερμηνευτικού υποκειμένου των.
Αυτό ισχύει και για τις ερμηνείες των νόμων και συνεπώς η άποψη της Αποδόμησης, ισχύει και για τον ορισμό της αδίκου ή δικαίας δικαστικής απόφασης. Στο πλαίσιο της Δικαιοσύνης συνεπώς η Αποδόμηση δέχεται ότι μια Δικαστική απόφαση (ενός συγκεκριμένου δικαστή με δεδομένη προσωπικότητα) μπορεί να είναι ορθή (να στηρίζεται στον Νόμο), αλλά ταυτόχρονα να είναι και άδικη, διότι δεν έρχεται σε αντίθεση με τις ισχύουσες κοινωνικο-ηθικές συνθήκες στις οποίες εκδίδεται και εφαρμόζεται. Κατά συνέπεια η αντιφατικότητα αυτή των δικαστικών αποφάσεως μεταφέρονται και ιχύουν και για τους Νόμους, στους οποίους οι πρώτες ερείδονται. Πριν συνεχίσω είναι σημαντικό να δώσω έναν ορισμό των Νόμων.
Ο Νόμος είναι ενσυνειδήτων και εξ` ορισμού γενικός, διότι θα πρέπει να καλύπτει έναν θεωρητικά άπειρο αριθμό περιπτώσεων οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, αλλά συναφώς –και το απείρως σημαντικότερο-η γενικότητά αυτή, δίδει την απαραίτηση ελευθερία στον δικαστή να ερμηνέυσει τον Νόμο και να κρίνει με κριτήριο και οδηγό την συνείδησή του την κάθε περίπτωση ξεχωριστά και να εκδώσει μια απόφαση δίκαιη, δηλ. ακόμα και αντίθετη με την σκληρή επιταγή και περιεχόμενο του νόμου. Συνεπώς η απόφαση μπορεί να είναι δίκαη μέν, αλλά παρόλα αυτά και «παράνομη» («μη-ορθή»)!. Και μάλιστα –κατά την Αποδόμηση- δίκαιη και ταυτόχρονα ορθή απόφαση δεν μπορεί να υπάρξει! Συνεπώς οι έννοιες «δίκαιη» και «ορθή» δικαστική απόφαση είναι αναγκαστικά αντιφατικές μεταξύ των.
Συγκεκριμένα ο Derrida, στο έργο του «Force of Law», εισάγει τρείς «απορίες» (aporias) σχετικά με την αδυναμία ύπαρξης μιας αντικειμενικά δίκαιης δικαστικής απόφασης, ή ισοδύναμα μιας δίκαιης και αντικειμενικής ερμηνείας του νόμου. Πρώτα ο Derrida ισχυρίζεται ότι μια δικαστική απόφαση για να είναι πραγματικά δίκαιη πρέπει να εκφράζει την ελεύθερη κρίση και συνείδηση του δικαστή, ο οποίος δεν πρέπει να δεσμεύεται «δουλικά» από τον περιεχόμενο του Νόμου. Μόνο ο ελεύθερος και υπεύθυνος για τις πράξεις του δικαστής είναι πραγματικά ένας δίκαιος δικαστής. Η πρώτη «απορία» στο έργο του αυτό είναι η «η αναδιάρθρωση του νόμου» (the epoch of the rule). Σύμφωνα με την «απορία» αυτή, μια δικαστική απόφαση που ακολουθεί τον Νόμο, είναι απλά ορθή κι όχι δίκαιη. Και τούτο διότι ο δικαστής για να εκδώσει την απόφαση ως ελεύθερη συνείδηση δεν πρέπει μόνο να ακολουθεί (υπακκούει) στον Νόμο, αλλά ταυτόχρονα και να τον «αναδιαρθρώνει» σε κάθε περίπτωση. Συνεπώς η ελεύθερη (και συνεπώς δίκαιη) δικαστική απόφαση, είναι ταυτόχρονα (και αντιφατικά) καθοριζομένη και καθορίζουσα ως προς το δίκαιό της. Ο Νόμος συνεπώς πρέπει ταυτόχρονα και να διατηρείται και να καταστρέφεται, ή αναστέλεται (suspended), η λέξη «αναστέλεται» ούσα το νόημα της λέξης «epoch». Kάθε δικαστικήα απόφαση απαιτεί και μια νέα ερμηνεία του νόμου, η μέθοδος της οποίας δεν καθορίζεται από κανέναν άλλο Νόμο, αλλά από τη ελεύθερη συνείδηση του δικαστή. Η ελευθερία της συνείδησης του δικαστή, δηλ. η απουσία αναγκαστικής δέσμευσής του από κάθε Νόμο, είναι η αναγκαστική προυπόθεση για μια δίκαιη δικαστική απόφαση. Εάν ένας δικαστής ακολουθεί τυφλά τον Νόμο, δεν είναι δίκαιος αλλά απλά μια «υπολογιστική μηχανή». Αυστηρή τήρηση του Νόμου και από την άλλη πλευρά, πλήρη αυθαιρεσία είναι μονομερώς εφαρμοζόμενα και τα δύο άδικα, αλλά για μια δίκαιη απόφαση και τα δύο μαζί είναι απαραίτητα. Για τον Derrida, η «αναδιάρθρωση του νόμου» σε κάθε απόφαση, είναι μια μορφή βίαιης κατάλυσης της δικαιοσύνης, διότι δεν στηρίζεται σε κανένα υφιστάμενο δικονομικό κανονισμό ή νόμο. Η δικαιοσύνη συνεπώς πάντα στηρίζεται σε μια βίαιη ανατροπή του Νόμου. Για τον Derrida, η «αναδιάρθρωση του νόμου» σε κάθε απόφαση, καθιστά την απόδοση της δικαιοσύνης αδύνατη. Συνεπώς, σήμερα, δεν μπορούμε να πούμε ότι μπορεί να υπάρξει καν μια δίκαιη απόφαση, με την έννοια της πλήρους συμφωνίας της με τον Νόμο, διότι μια τέτοια απόφαση δεν είναι ελεύθερη κι από αυτόν το ίδιο τον Νόμο, δηλ. δεν προέρχεται από την ελεύθερη συνείδηση του δικαστή).
Την δεύτερη «απορία» την ονομάζει ο Derrida «το φάντασμα του αδύνατου της δικαστικής κρίσης και απόφασης» (the ghost of the undecidable. Σύμφωνα με την απορία αυτή η έκδοση μιας δικαστικής απόφασης απαιτεί μελέτη, ερμηνεία και ακόμα ορθολογικό υπολογισμό και εκτίμηση των γεγονότων. Αλλά, σύμφωνα με τον Derrida, πάνω απ` όλα χρειάζεται η εμπειρία της «αδύνατου της δικαστικής κρίσης και απόφασης». Ο δικαστής πρέπει να σκεφτεί ότι η κάθε περίπτωση, μοναδική στο είδος της, δεν μπορεί να εμπεριέχεται σε κανένα υφιστάμενο πλαίσιο νόμων και γι αυτό μια δίκαιη ή/και ορθή απόφαση φαίνεται αδύνατη. Το «αδύνατο της απόφασης» δεν είναι για τον Derrida η δυνατότητα εκλογής μεταξύ δύο, ή περισσοτέρων δυνατοτήτων. Η εμπειρία του «αδύνατου της απόφασης» –παρότι ξένη προς το εκτιμητό και τον νόμο- είναι αναγκαστική. Ο δικαστής είναι υποχρεωμένος –αυτό είναι ένα είδος καθήκοντός του- να παραδοθεί στην πεποίθηση ότι η απόφαση (δίκαιη ή/και ορθή) είναι αδύνατον να εκδοθεί, ενώ ταυτόχρονα να λαμβάνει υπ` όψη του τους νόμους. Ο Derrida λέει: «Ο δικαστής και η απόφαση που δεν θα περάσουν από την μέγγενη της εμπειρίας του «αδύνατου της έκδοσής της» δεν είναι ένας ελεύθερος δικαστής, ούτε μια ελεύθερη απόφαση, αλλά μια μια καθαρά υπολογιστική μέθοδος και διαδικασία, ή η εκτύλιξη μιας υπολογιστικής διαδικασίας. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι συνεπώς ούτε ορθή, ούτε δίκαιη. Αλλά –συνεχίζει ο Derrida, κι αν ακόμα ο δικαστής και η απόφαση υπερπηδήσουν την μέγγενη αυτή (αν αυτό είναι δυνατόν να γίνει ποτέ) τότε η απόφαση θα ενταχθεί αναγκαστικά σε ένα πλαίσιο νόμων και συνεπώς-σύμφωνα με την πρώτη απορία-δεν θα είναι πλέον μια ελεύθερη και δίκαιη (παρότι ίσως ορθή). «Το δίκαιο συνεπώς είναι πάντα αναμενόμενο να έρθει στο μέλλον και δεν είναι ποτέ παρόν». Δεν υπάρχει συνεπώς καμία δυνατότητα για μια ορθή ή/και δίκαιη απόφαση να είναι παρούσα. Είτε δεν έχει ακολουθήσει κανέναν νόμο και συνεπώς είναι άδικη. Είτε έχει ακολυθήσει έναν νόμο, ο οποίος δεν έχει καμία νομιμοποιητική βάση και συνεπώς η απόφαση είναι και πάλι άδικη. Είτε-τέλος-η απόφαση έχει ακολουθήσει ένα νόμο με μια διαδικασία υπολογιστικής μεθόδευσης και συνεπώς και πάλι άδικη, διότι δεν έχει σεβαστεί την μοναδικότητά της. Αυτή η αδικάκοπη και συνεχής αδικία, είναι η αιτία και το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η μέγγενη του «αδυνάτου της απόφασης» δεν μπορεί να υπερνικηθεί. Το «αδύνατο της δίκαιης απόφασης» επανέρχεται αδιάκοπα ωσάν ένα «φάντασμα» (phantom), το οποίο αποδομεί εκ των έσω κάθε δυνατότητα και βεβαιότητα εμφάνισης μιας δίκαιης ή/και ορθής απόφασης και συνεπώς και κάθε εγγύηση και έλλογη προδοκία μιας δίκαιης ή/και ορθής ακόμα δικαστικής απόφασης. Παρόλα όμως που η δικαιοσύνη είναι αδύνατη, ποτέ παρούσα, αλλά πάντα προσδοκώμενη στο, ή από το μέλλον, δεν είναι μια Πλατωνική, ή Καντιανή Ιδέα, ή Ιδεατό, γνώμη που μας φέρνει στην τρίτη απορία.
Η τρίτη «απορία» καλείται «το επείγον το οποίο καταργεί και ακυρώνει τον ορίζοντα της γνώσης» (the urgency that obstructs the horizon of knowledge). Κατά τον Derrida, η Ελληνική λέξη «ορίζοντας» σημείναι το όριο και την αρχή μιας αενάου διαδικασίας γνώσης, ή μια αέναη περίοδο αναμονής». Η δικαιοσύνη όμως –αν και συνεχώς απούσα- δεν μπορεί να περιμένει αενάως την υλοποίησή της. Για να είναι δίκαιη πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα (με την ευρεία έννοια της λέξης «άμεσα»). Συνεπώς η δικαιοσύνη, δηλ. η δικαστικήα απόφαση δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια «άπειρη γνώση» διότι η τελευταία απαιτεί «άπειρη αναμονή, δηλ. ορίζοντα). Ο χρόνος της δικαστικής απόφασης παραμένει συνεπώς μια πεπερασμένη στιγμή επείγουσας οντολογικής υποστάσεώς της. Η στιγμή της δικαστικής απόφασης παραμένει συνεπώς μια στιγμή «τρέλλας» και άμεσης καράρρευσης του «απείρου» στοιχείου της και γι αυτό στερουμένης γνώσης του Νόμου. Και πάλι η δικαιοσύνη στηρίζεται πάνω σε μια εκρηκτική βία της έννοιας του δικαίου. Οι παραπάνω λόγοι καθιστούν την δικαιοσύνη στερουμένη του ορίζοντα και τους ανθπρώπους από την προσδοκία εφαρμογής της (ως κανονιστική ή σωτηριακή έννοια). Η δικαιοσύνη είναι ένα γεγονός του οποίο πάντα (αενάως) αναμένεται να έρθει, αλλά ποτέ δεν είναι παρούσα. Ή, ισοδύναμα, κανείς μπορεί να πεί «η δικαιοσύνη είναι πάντα μια ανεκπλήρωτη δυνατότηα, ή πιθανότητα). Αυτή η ιδιότητα της δικαιοσύνης όμως την προσανατολίζει προς το αδύνατον.
Συμπέρασμα: Το Deconstruction είναι ο «αναρχισμός» στην Δικαιοσύνη και στην Πολιτική Θεωρία γενικότερα.
Αλλά τώρα αυτό το κρίσιμο ερώτηνα προκύπτει: Δεν είναι άραγε και το Deconstruction μια Αυθεντία, ήτοι μια Πλατωνική Ιδεοκρατία (Ιδεολογία)?
Tο Νομικό Deconstruction του Derrida και η Αριστοτελική Επιείκεια
Ουσιαστικά και το Νομικό Deconstruction του Derrida και η Αριστοτελική Επιείκεια, καταλήγουν στην πρόταση ότι η-κάτω από ορισμένες συνθήκες-η ανυπακοή στον νόμο, σε όλες τις διαβαθμίσεις της, ήτοι νοουμένη είτε ως διόρθωση, είτε ακόμα και ως αντίθεση με το περιεχόμενο του νόμου, είναι αναγκαίες και νόμιμες, με την έννοια ότι με τον τρόπο αυτό απονέμεται ένα ακόμα «δικαιότερο δίκαιο», προσαρμοσμένο αρμονικά στης κάθε ατομικευμένη εκδικαζόμενη υπόθεση, αλλά και στις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες, σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους. Είναι όμως προφανές ότι οι δύο αυτές θεωρίες του δικαίου (ήτοι Νομικό Deconstruction του Derrida και η Αριστοτελική Επιείκεια) έχουν βασικές ουσιαστικές διαφορές τις οποίες μπορούμε να τις ορίσουμε αρκετά καλά και οι οποίες είναι:
Πριν μπούμε στην περαιτέρω ανάλυση είναι χρήσιμο να αναλύσουμε σύντομα τις έννοιες του Θετικού (Νομικού) και Φυσικού δικαίου του Αριστοτέλη:
Το Θετικό δίκαιο (γραπτό δίκαιο, δηλ. οι νόμοι) θεσπίστηκε από τους ανθρώπους, αλλά και τις πολιτείες κατά τα διάφορα πολιτεύματά των και τους πολιτικούς σκοπούς που οι τελευταίες θεωρούν ως κυρίους και γι αυτό, το θετικό δίκαιο είναι σχετικό και γι αυτό συνήθως είναι διαφορετικό από το (συνήθως άγραφο) Φυσικό δίκαιο, το οποίο είναι «δίκαιο των θεών», δηλ. αντικειμενικό, ισχύον πάντα και παντού (με την σχετικά πάντως έννοια των λέξεων αυτών) και ανεξάρτητα από τις εκάστοτε ισχύουσες πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες. Στο Αριστοτελικό Δίκαιο, η Αλήθεια είναι αντικειμενική και μοναδική, είναι μια Αυθεντία (Πλατωνική Ιδέα!). Το φυσικό δίκαιο είναι μια ηθική πρωτίστως (αλλά και λογική δευτερευόντως) αναγκαιότητα, είναι δηλ. μια a priori συνθήκη του θετικού δικαίου. Το φυσικό δίκαιο είναι το «κοινόν (ενστικτώδες) περί του δικαίου αίσθημα», που στηρίζεται κυρίως στην ψυχή και την καρδιά του λαού και λιγότερο στον νού του (λογική).
Η Αριστοτελική Επιείκεια: O Αριστοτέλης εισήγαγε την έννοια της επιείκειας λόγω της αναγκαίας ανακύπτουσας αντινομίας που προκύπτει κατά την εφαρμογή του θετικού δικαίου, μεταξύ του τελευταίου (δηλ. των ορισμών του νόμου) και του φυσικούν δικαίου. Κατά τον Αριστοτέλη, είναι φανερό ότι ο νόμος-που αναγκαστικά διατυπώνει γενικούς κανόνες- δεν εναρμονίζεται προς την απειρότητά των υποθέσεων της χαοτικής πολυπλοκότητας της ζωής που καλείται να κρίνει. Κατ` ανάγκην λοιπόν η εφαρμογή και η ερμηνεία του νόμου από τον δικαστή και τελικά η εφαρμογή του στην κάθε μεμονωμένη περίπτωση είναι ατελής και μπορεί να αντιφάσκει με το φυσικό δίκαιο. Ο νόμος τότε θα διορθώνεται με την εφαρμογή από τον δικαστή της επιείκειας, σύμφωνα με τις επιταγές του φυσικού δικαίου. Η διαφοροποίησης της δικαστικής απόφασης από το γράμμα του θετικού νόμου υπέρ του αγράφου φυσικού νόμου, ονομάζεται «επιεικές». Το επιεικές είναι συνήθως αντίθετο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις από τον γενικό ορισμό του νόμου, αλλά δεν είναι αντίθετο με την έννοια του φυσικού δικαίου, της a priori αυτής αρχής και του θετικού δικαίου. Το επιεικές είναι ένα «καλύτερο δίκαιο». «το επιεικές είναι «ού το κατά νόμον…αλλά επανόρθωμα νομίμου δικαίου» (Ηθ.Νικ. 1137b 12). To επιεικές είναι η μόνη λύση της αναπόφευκτης τραγικής αντινομίας της γενικότητας του νόμου και της ατομικότητας της εκάστοτε περίπτωσης στην οποία καλείται να εφαρμοστεί. «Ο δίκαιος πρέπει να είναι επιεικής. Πρέπει και όταν ο νόμος στην γενικότητά του, τον ωφελεί, να μην χρησιμοποιήσει της ακαμψία του, αλλά να σταθή στο κρείττον δίκαιον, στο επιεικές, σε αυτό που ανταποκρίνεται πληρέστερα στην ιδέα της δικαιοσύνης» (Κ. Τσάτσου. Η Κοινωνική Φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων, σελ. 242-244, Εκδ. Εστίας, 1970).
Είναι συνεπώς προφανής τώρα η διαφορά μεταξύ της Αριστοτελικής Επιείκειας και της θεωρίας του Deconstruction του Derrida στην Δικαιοσύνη. Στην τελευταία η κάθε δικαστική απόφαση δεν επιδιώκει να εναρμονιστεί με καμία a priori έννοια του δικαίου –όπως το φυσικό δίκαιο στο Αριστοτελικό επιεικές), διότι τέτοια δεν υπάρχει. Ενώ στο Αριστοτελικό Δίκαιο, η Αλήθεια είναι μία Αυθεντία (Πλατωνική Ιδέα!). και αντικειμενική (εκφραζομένη στο φυσικό δίκαιο πάντα) –και προς την οποία πρέπει το επιεικές να είναι πάντα- στο Deconstruction- η Αλήθεια είναι όχι μόνο υποκειμενική και πολλαπλή, αλλά και αδύνατον να ορισθεί και να επιτευχθεί! Συνεπώς ενώ το Αριστοτελικό επιεικές- στην ακραία του μορφή-μπορεί να νοηθεί ως επιδιόρθωση, ή και ανυπακοή στον Νόμο, στο Deconstruction, οι έννοιες αυτές (επιδιόρθωση, ή ανυπακοή στην μοναδικότητα της Αλήθειας του Νόμου) είναι αδιανόητες, διότι η αλήθεια-για τον ίδιο νόμο- είναι πάντα υποκειμενική και πολλαπλή. Για τον ίδιο νόμο και την ίδια υπόθεση ισχύουν εξίσου πολλαπλές αλήθειες (δηλ. δίκαιες αποφάσεις), ακόμα και αντιφατικές μεταξύ των!!
Το δίκαιο του Νόμου δεν είναι το δίκαιο της πλειοψηφίας
Η ψήφιση των νόμων στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες ακολουθεί τον κανόνα της πλειοψηφίας. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εγγυάται, ούτε ο ίδιος συνιστά την ουσία του «δικαίου» του νόμου, όταν η πρόθεση της πλειοψηφίας (του νομοθέτη) είναι ιδιοτελής υπέρ αυτής της ίδιας (του νομοθέτη), υπέρ πλειοψηφικών, ή μειοψηφικών ομάδων πολιτών. Το δίκαιο του νόμου συνίσταται πρώτα στην ανιδιοτέλεια της νομοθετούσας πλειοψηφίας (του νομοθέτη) κι όχι στην νομότυπη μέθοδο ψήφισής του σύμφωνα με τον κανόνα της πλειοψηφίας και δεύτερο –και το κυριότερο- στα αποτελέσματα που αυτός επιιφέρει στην κοινωνία. Αν τα τελευταία είναι επώδυνα για τον λαό, ο νόμος, παρόλη την ορθότητά του, είναι άδικος. Συνεπώς το δίκαιο του νόμου δεν ταυτίζεται πάντα με το αίσθημα περί δικαίου της πλειοψηφίας, το οποίο δεν πρέπει να θεωρείται ως a priori αυθεντία του δικαίου του. Αντίθετα , το δίκαιο του νόμου κρίνεται στην σχέση του με το «δέον»¨, ήτοι με «αυτό που θα έπρεπε να είναι και να γίνει». Αυτή είναι η έννοια του δικαίου νόμου σε όλους τους μεγάλους διανοητές, από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, μέχρι τον Rousseau και το John Rawls. Για του Rousseay πηγή του δικαίου είναι το «δέον» όπως αυτό εκφράζεται στην «γενική βούληση» (common sense), ενώ κατά τον Rowls στην έννοια του «πέπλου της άγνοιας» (veil of ignorance) όπως την διατύπωσε στο βιβλίο του «A Theory of Justice», 1972. Σύμφωνα με την έννοια αυτή, ο νομοθέτης πρέπει να «ξεχάσει» και «διαγράψει» από την γνωστική του συνείδησή του (περιβάλλοντας έτσι τον ευατό του με ένα «πέπλο άγνοιας του εαυτού του») τα στοιχεία αυτά της ατομικής του ταυτότητας που περιλαμβάνουν το ιδιαίτερο μορφωτικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, ιστορικό, οικονομικό επίπεδο και χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από το λοιπό κοινωνικό σύνολο. Αυτό η «απο-ατομικοποίησή» του εγγυάται την αμεροληψία, την ανιδιοτέλεια στην ψήφιση των νόμων και συνεπώς στην –έστω και ασυνείδητη- μεροληψία του υπέρ του ιδίου προσωπικά, ή της τάξης στην οποία ανήκει.
Ποιος φοβάται τον Νόμο και Νομοθέτη? – Ο Θρίαμβος του Ατόμου
Ο Πολίτης εξουσιάζει τον Νόμο κι όχι το αντίστροφο. Ο Νομοθέτης (βουλευτής) ασκεί λειτούργημα, είναι λειτουργός στην υπηρεσία του Πολίτη.
Η Νομοθετική διαδικασία είναι καθήκον και λειτουργία στην υπηρεσία του Πολίτη. Ο Πολίτης δεν υποχρεούται (νομικά) να υπακκούει στον Νόμο και τον Νομοθέτη, αλλά το αντίστροφο. Ο Νομοθέτης (και ο δημόσιος λειτορυγός γενικότερα) ορκίζονται με νομικό όρκο «να τηρούν το Σύνταγμα και τους Νόμους» κι όχι ο κυρίαρχος αυτών Πολίτης. Υπακοή στο Σύνταγμα και τους Νόμους σημαίνει υπακοή στον κυρίαρχο Λαό.
Ιατρος Αντωνιου Δημητριος

Βιβλιογραφία:
Νέλλη Ψαρρού. Ταξίδι στην Σαμοθράκη, ιδία έκδοση, Αθήνα, 2009
Jonathan Wolff. Political Philosophy, Oxford Uni Press, NY, 2006
Michael Rosen & Jonathan Wolff. Political Thought, Oxford Uni Press (Readers), NY, 1999
Dr. Δημ. Αντωνίου, PhD(Hon), FRCS, Philo(levA)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου