Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Οι ενδιαφέρουσες απόψεις του Γ. Καραμπελιά για το βαθύτερο νόημα της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204 μ. Χ.

 Γράφει ο Γιώργος Καραμπελιάς

Εισαγωγή


                                  

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         Tο 1204 χρονολογία κατά την οποία κατεστράφη ολοσχερώς η Κωνσταντινούπολη, συμπαρασύροντας το χιλιόχρονο οικοδόμημα του Βυζαντίου– παραμένει σχεδόν άγνωστο ή αγνοημένο από τους περισσότερους Έλληνες[1]. Η παράδοξη, από πρώτη άποψη, αυτή αποσιώπηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δευτερεύον ή παρεμπίπτον συμβάν –ένα ακόμα από τα αναρίθμητα ελλείμματα του νεώτερου ελληνισμού– αλλά ενέχει τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό βάρος. 
 
Η απόκρυψη της σημασίας της πρώτης και καθοριστικής Άλωσης συσκοτίζει την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού και της συνέχειάς του με τον βυζαντινό, καθώς, στην πραγματικότητα, το πρώτο «έθνος-κράτος» –ή κράτη– του νεώτερου ελληνισμού συγκροτείται κατά τη λεγόμενη υστεροβυζαντινή εποχή. Παράλληλα, και συναφώς, αυτή η παρασιώπηση συνεπάγεται την απόκρυψη των αποικιακού τύπου σχέσεων που εγκαθιδρύθηκαν έκτοτε ανάμεσα στους Δυτικούς κατακτητές και τους Έλληνες του ύστερου Βυζαντίου παραχαράσσοντας, επί πλέον, την ίδια την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα στο αποφασιστικό κεφάλαιο που αφορά στην αποικιοκρατική συγκρό­τηση της Δύσης. 
 
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                           Η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου στη Δύση, η οποία επέτρεψε την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού ορισμένους αιώνες αργότερα[2], θα εγκαινιαστεί εδώ, στην Ανατολή, και θα αφορά κατ’ εξοχήν στην απομύζηση του βυζαντινού χώρου και των αραβικών περιοχών από τις ιταλικές πόλεις –Βενετία και Γένουα κυρίως– και τους Φράγκους. Η πρώτη σύγχρονη αποικιακή αυτοκρατορία, η Βενετία[3], θα δημιουργηθεί λεηλατώντας τα ελληνικά εδάφη. Ιόνια, Πελοπόννησος, Κρήτη, Εύβοια, Κύπρος, Κυκλάδες, Σαλαμίνα, Αίγινα κ.λπ. θα αποτελούν για πολλά χρόνια ή και για πολλούς αιώνες τμήματα αυτού του νεώτερου αποικιακού σχηματισμού. Και το ίδιο θα συμβεί, σε μικρότερη κλίμακα, με τη Γένουα – Χίος, Λέσβος, Κριμαία, Γαλατάς κ.λπ. Ωστόσο, η ιστοριογραφία εξακολουθεί να θεωρεί ως απαρχή της αποικιακής εξάπλωσης τις πορτογαλικές και ισπανικές επιδρομές στην Αφρική, την Ασία και τον Νέο Κόσμο, τρεις ή τέσσερις αιώνες μετά! 
 
Η συσσώρευση πλούτου απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο και ο έλεγχος του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται από τους Δυτικούς σε όλη τη μακρά περίοδο που αρχίζει από τον 11ο αιώνα, φθάνει μέχρι τον 18ο και κορυφώνεται με την αποικιοκρατία τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού, όταν πια η πρωταρχική αποικιακή συσσώρευση θα συνδυαστεί και με τη βιομηχανική παραγωγή. Η μετατροπή της Δύσης –που έβγαινε από τον Μεσαίωνα– σε κυρίαρχη δύναμη προϋπέθετε την υφαρπαγή του συσσωρευμένου πλούτου και τον έλεγχο του εμπορίου του ευρύτερου ελληνικού και αραβικού κόσμου, ούτως ώστε να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της Ευρώπης από την Ανατολή στη Δύση και από τη Μεσόγειο στον Βορρά. Αποφασιστικός ενδιάμεσος σε αυτή τη διαδικασία υπήρξαν η Βενετία και οι λοιπές αποικιακές ιταλικές πόλεις· στη συνέχεια, ακολούθησαν και πάλι χώρες της μεσογειακής και νότιας Ευρώπης, η Ισπανία και η              Πορτογαλία στην Ιβηρική, που θα καταστήσουν παγκόσμια την αποικιακή εξόρμηση, ενώ πολύ αργότερα θα έλθουν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Φλάνδρα και εν τέλει η Αγγλία, που θα εγκαινιάσει και τον βιομηχανικό καπιταλισμό. 
 
Καθόλου τυχαία και σχεδόν εντελώς συμβολικά, σε αυτή την πρώτη μεγάλη αποικιακή εξόρμηση, που έγινε υπό το έμβλημα του ιερού πολέμου, συμμετείχε συνασπισμένη ολόκληρη η Δύση: Ιταλοί και Φράγκοι προπαντός (ο Βαλδουίνος, Φράγκος «βασιλιάς» της Κωνσταντινούπολης, είναι πρόγονος της βασιλικής οικογένειας του Βελγίου), Νορμανδοί και Άγγλοι (ο Ριχάρδος ο «Λεοντόκαρδος» κατέλαβε την Κύπρο), Ισπανοί και Καταλανοί (πασίγνωστη η ληστρική δράση της «Καταλανικής Εταιρείας»), Ναβαρραίοι κ.λπ. Και βέβαια, πανταχού παρόντες οι Λατίνοι κληρικοί και οι μοναχοί από όλα τα δυτικά μοναχικά τάγματα, με πρωτοστάτες τους Ιωαννίτες και Ναΐτες ιππότες, τους «πολεμιστές του Θεού». Θα δοκιμαστούν και θα εφαρμοστούν όλες οι μορφές της «πρωταρχικής συσσώρευσης» και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. 

Ληστεία και αρπαγή, στην οποία θα διακριθούν ιδιαίτερα οι Καταλανοί και τα μοναχικά τάγματα, φεουδαλική κατάτμηση και εκμετάλλευση των αγροτών, φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και μαστιχόδενδρων στη Χίο, έλεγχος και εκμετάλλευση της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου, με πρωτοστάτες τους Ιταλούς. Εξ άλλου, στις απαρχές της συγκρότησης της Δύσης, απαιτούνταν όλες οι δυνάμεις της συνασπισμένες, για να διαμελίσουν, να υποτάξουν και να απομυζήσουν την ελληνική Ανατολή, αυτό το μυθικό Βυζάντιο που φάνταζε στα μάτια τους ως το κέντρο του πλούτου και του πολιτισμού. Γι’ αυτό, και παρά τις αντιθέσεις μεταξύ τους ως προς τη διανομή της λείας, θα μείνουν συνασπισμένοι ως το τέλος, απέναντι στους «αιρετικούς» ορθόδοξους, σε μια πρώτη «πειραματική» εκδοχή ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.
 
Η συγκρότηση, λοιπόν, της ευρωπαϊκής Δύσης είχε ως πρώτο ιστορικό αναβαθμό την υποταγή και τη λεηλασία της ευρωπαϊκής Ανατολής. Άλλωστε η Δύση διέθετε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα: δεν αντιμετώπιζε κανέναν κίνδυνο από τα δυτικά της ενώ, από τα ανατολικά, το Βυζάντιο αποτελούσε για αιώνες τον κυματοθραύστη των απειλών. Αντιθέτως, το Βυζάντιο, ο ιστορικός ελληνικός χώρος, δεχόταν διαρκώς επιθέσεις και απειλές από Ανατολή και από Βορρά: Άβαροι, Σκύθες, Άραβες, Πετσενέγκοι, Βούλγαροι, μετά το 1071 οι Τούρκοι κ.ο.κ. Η Δύση είχε, έτσι, τη δυνατότητα να συσταθεί απερίσπαστη, μετά την ήττα των Αράβων στο Πουατιέ (το 732), και να στραφεί σταδιακώς προς Ανατολάς, κάτι που άλλωστε υπογραμμίζει ο μεγάλος βυζαντινολόγος Κλάους Όλερ:
 
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτέλεσε το ανάχωμα που προστάτευσε επί 1200 χρόνια τον πολιτισμό της Ευρώπης απέναντι στις εισβολές από Βορρά, Ανατολή και Νότο. Τα παλαιά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία ακόμα και σήμερα [ ] ακτινοβολούν υπερηφάνεια και μεγαλείο, αντιστάθηκαν σε κάθε εχθρό του Βυζαντίου ως την 29η Μαΐου 1453. Τότε η αυτοκρατορία, εξαντλημένη πια από αιώνες σκληρών αγώνων και εγκαταλελειμμένη από τους δυτικούς συμμάχους της, οι οποίοι ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την πτώση της, υπέκυψε τελικά στη δυσανάλογα μεγαλύτερη οθωμανική δύναμη[4].
ΠΗΓΗ:http://www.istorikathemata.com/2011/02/1204.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου